.

Συγγραφείς

Πρόσφατα Άρθρα

Μαγική αντίληψη και σύγχρονη επιστήμη

Μαγική αντίληψη και σύγχρονη επιστήμη

Κείμενα 0 Comments

Γράφει ο Γιώργος Μπαλάνος

Θα μπορούσαμε εύκολα να συζητάμε αιώνια υπέρ ή κατά της θεωρίας της μαγείας δίχως να καταλήγουμε πουθενά. Θα μπορούσαμε ακόμη και να αγνοήσουμε το όλο θεωρητικό ερώτημα. Αλλά πώς θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε την πράξη της μαγείας όταν αυτή εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής πραγματικότητας; Σε τελευταία ανάλυση, ο αγύρτης και ο τσαρλατάνος είναι όψεις αυτής της πραγματικότητας, και οι ενέργειες ή πράξεις τους δεν μπορεί παρά να έχουν χειροπιαστά αποτελέσματα.

     Η θεωρία της μαγείας μοιάζει με τη θεωρία για την αιτία μιας αρρώστιας. Mπορούμε ν’ αποδώσουμε το κακό σε μικρόβια, ιούς, δαίμονες, γονίδια, θεούς ή οτιδήποτε σας κάνει κέφι. Αυτό θα ήταν η –σωστή ή λάθος– θεωρία. Σε καμία περίπτωση όμως δε θα μπορούσαμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη της αρρώστιας.

     Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την αποτελεσματικότητα ενός “μαγικού φίλτρου” ή μιας μαγικής τελετής. Το να υποστηρίξουμε ότι δεν ήταν καμιά μυστηριακή δύναμη που επενέργησε αλλά ένα φυσικό βότανο ή η δύναμη της υποβολής δε θίγει καν το πρόβλημα· το μόνο που αλλάζει είναι η θεωρία. Και η θεωρία δε θα είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνον που πέθανε ή, αντίθετα, θεραπεύτηκε με μαγικά μέσα. Συχνά, όσοι αρνούνται τη μαγική εξήγηση (αλλά και πολλοί από όσους τη δέχονται) μπερδεύουν τη θεωρία του πράγματος με το γεγονός. Ο καθένας έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, να δεχτεί ή να απορρίψει μια θεωρία, όχι όμως και το σχετικό γεγονός.

     Εκείνοι που πιστεύουν κι εκείνοι που δεν πιστεύουν στη μαγεία συμφωνούν σ’ ένα κοινό σημείο: ότι η μαγεία μπορεί να επιφέρει πρακτικό αποτέλεσμα. Δε θα ήταν κυνισμός αν λέγαμε ότι, ακόμη και στην πιο αναίσχυντη απάτη των τσαρλατάνων της μαγείας, η ίδια η επιτυχία της απάτης αποτελεί απόδειξη της αποτελεσματικότητας της μαγείας.

     (…) Οι πρωτόγονοι άνθρωποι είχαν μια ενστικτώδη, ασαφή αντίληψη αυτού του ενοποιημένου σύμπαντος των αλληλεπιδράσεων. Δε σκέφτονταν βέβαια τα όσα αναλύσαμε, μπορούσαν όμως να τα νιώσουν. Οι σύγχρονοι άνθρωποι –και το “σύγχρονος” εδώ δεν είναι αποκλειστικά χρονολογικός όρος– μπορούν επιπλέον και να τα σκεφτούν. Τα δυο αυτά ρήματα εκφράζουν το πρώτο τη μαγεία και το δεύτερο την επιστήμη. Όμως, κερδίζοντας αυτή την επιπρόσθετη δυνατότητα της λογικής σκέψης, οι άνθρωποι έχασαν ένα μεγάλο μέρος από την ασυνείδητη διαισθητική αντίληψη του σύμπαντος που διέθετε ο πρωτόγονος. Αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα.

     Αφού λοιπόν οι πρόγονοί μας ένιωθαν αυτή την ταύτιση με τη φύση γύρω τους, ήταν επόμενο και να πιστεύουν ότι οι πράξεις τους επηρέαζαν αντίστοιχα τη φύση. Δέχονταν ως φυσικό επακόλουθο πως ό,τι έκαναν οι ίδιοι σε μικρή κλίμακα θα επαναλαμβανόταν μιμητικά στη φύση σε μεγαλύτερη κλίμακα. Αυτή ήταν ίσως και η πρώτη πρακτική μαγική ιδέα, η πρώτη προσπάθεια επηρεασμού της φύσης με μαγικά μέσα. Έκαναν σε σμίκρυνση αυτό που περίμεναν να επαναληφθεί στη φύση σε μεγέθυνση. Έτσι, οι άνθρωποι ζευγάρωναν στους αγρούς πιστεύοντας ότι το ίδιο θα έκανε η φύση· ότι η καρποφορία της γυναίκας τους σήμαινε αντίστοιχη καρποφορία στα σπαρτά και τα ζώα τους. Ο εθνολόγος σερ Τζέημς Φρέηζερ ομολογεί ότι, “θα ήταν άδικο να θεωρήσουμε τα όργια αυτά σαν ένα απλό ξέσπασμα αχαλίνωτου πόθου· είναι αναμφίβολα σοβαρές και σκόπιμα οργανωμένες πράξεις, σαν κάτι βασικό για τη γονιμότητα της γης και το καλό του ανθρώπου”.

     Το λάθος του πρωτόγονου ήταν μάλλον ποσοτικό παρά ποιοτικό. Ενεργούσε σαν να ήταν αυτός το κέντρο και ο ρυθμιστής της φύσης και όχι απλά ένα μικρό περιφερειακό κομμάτι της.

     Κι ωστόσο, από την αρχέγονη εκείνη μαγική γονιμοποιητική τελετουργία, που απέβλεπε στην καρποφορία ανθρώπων, ζώων και φυτών, ξεκίνησε κάθε μορφή πρακτικής μαγείας. Η ιδέα μπορεί να ήταν λανθασμένη, αλλά σιγά-σιγά ο άνθρωπος έμαθε εμπειρικά ποιες πράξεις του μπορούσαν να επηρεάσουν, και σε ποιο βαθμό, τη φύση με τον επιθυμητό τρόπο. Παράλληλα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι και η φύση επηρέαζε αυτόν, και μάλιστα σε ασύγκριτα μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο μπορούσε να την επηρεάσει αυτός. Εξακολουθούσε να βλέπει τον εαυτό του σαν το κέντρο του σύμπαντος, αλλά με πολύ ψαλιδισμένες τώρα τις φιλοδοξίες του. Έτσι γεννήθηκε η πρώτη πραγματική εφαρμοσμένη μαγεία.

     “Ο θεμελιώδης στόχος ολόκληρης της μαγείας”, γράφει ο καθηγητής Ε. Μ. Μπάτλερ, “είναι να επιβάλει την ανθρώπινη βούληση στη φύση, τον άνθρωπο και τον κόσμο που βρίσκεται πέρα από τις αισθήσεις, προκειμένου να κυριαρχήσει πάνω τους”. Όμως, όπως συμβαίνει με όλους τους γενικούς ορισμούς και αφορισμούς, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

     Είναι αλήθεια πως όταν ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει κάτι, το πρώτο που επιδιώκει είναι να το εξουσιάσει και να το καταστήσει έτσι ακίνδυνο. Ποτέ δεν προσπαθεί πρώτα να το καταλάβει· γι’ αυτό πρέπει να τον εξαναγκάσουν τα ίδια τα πράγματα. Έτσι η μαγεία ξεκίνησε σαν προσπάθεια επιβολής και εξακολουθεί να διατηρεί αυτό το στοιχείο. Μην ξεχνάτε ότι και ο πιο “άγιος” προσπαθεί να “καθυποτάξει” τη φύση του, το διάβολο και τα παρόμοια. Αλλά αυτό είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου και όχι ειδικά της μαγείας. Γι’ αυτό και η ίδια ακριβώς τάση υπάρχει και στην επιστήμη. (Εξακολουθούμε να μιλάμε για επιστημονικές “κατακτήσεις”, σωστά;)

     Όπως και να ’χει, κάθε μορφή μαγείας εμπεριέχει και κάποιο υπόστρωμα βίας, και στη σεξουαλική μαγεία αυτό είναι πιο φανερό από κάθε άλλη μορφή. Το ίδιο το σεξ είναι από μόνο του αδιαχώριστο από κάποια μορφή βίας ακόμη και στις πιο λεπτές, πολιτισμένες, νόμιμες και ηθικά αποδεκτές μορφές του.

     Με το πέρασμα του χρόνου, όσο η αντίληψη γινόταν σταδιακά λιγότερο ανθρωποκεντρική, τόσο πιο μεγάλη σημασία δινόταν στις δυνάμεις της φύσης. Σ’ ένα υποσυνείδητο επίπεδο ο άνθρωπος καταλάβαινε ότι, τελικά, δεν ήταν και τόσο εύκολο να προστάζει τη φύση να κάνει το κέφι του. Οι δυνάμεις της φύσης έμοιαζαν μ’ ένα τεράστιο, ορμητικό ποτάμι. Ήταν πολύ πιο εύκολο να πάει με τα νερά του παρά κόντρα σ’ αυτά. Δεν μπορούσε να σταματήσει το ρεύμα με μονάχα τη δική του ασθενική δύναμη· μπορούσε όμως να το μελετήσει και μετά, με τα κατάλληλα έργα, να στρέψει τη ροή σε συγκεκριμένα κανάλια και να εκμεταλλευτεί την ίδια τη δύναμη των νερών του. Ήδη αυτή είναι και η σύγχρονη μαγική αντίληψη.

     Έτσι η μαγική σεξουαλική τελετουργία έπαψε να είναι το χοντροκομμένο παράδειγμα που υποχρέωνε τάχα τη φύση να μιμηθεί την ανθρώπινη πράξη. Όσο κι αν ο άνθρωπος οργίαζε στα χωράφια και οι γυναίκες του γεννούσαν ένα τσούρμο παιδιά, αυτό δεν υποχρέωνε και τα γελάδια ή τα σπαρτά να καρπίσουν ανάλογα. Όταν ο άνθρωπος το κατάλαβε αυτό σε κάποιο υποσυνείδητο επίπεδο, η μαγεία του άρχισε να μπαίνει σε πιο σωστό και πιο ρεαλιστικό δρόμο. Η τελετή, από πρότυπο μίμησης που ήταν παλιά, έγινε απλώς ένα σύμβολο και μια τεχνική επαφής με τις δυνάμεις της φύσης.

     Με τη βοήθεια του συμβόλου τώρα, ο άνθρωπος μπορούσε να εστιάσει τις μικρές εσωτερικές του δυνάμεις και να τις διοχετεύσει στα κατάλληλα κανάλια που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις μεγαλύτερες δυνάμεις της φύσης. Αυτή είναι και η σύγχρονη αντίληψη πίσω από τις μαγικές τελετές. Στην αρχή οι “Δυνάμεις” ήταν όρος γενικός που συμπεριλάμβανε φυσικές και μη δυνάμεις. Αργότερα, οι φυσικές δυνάμεις έγιναν ο τομέας δράσης της επιστήμης, αλλά η μαγεία συνέχισε τη δράση της και στους δυο χώρους. Σήμερα, για λόγους καθαρά πρακτικούς, όταν στη μαγεία γίνεται χρήση του όρου Δυνάμεις, εννοούνται συνήθως οι μη φυσικές. Σκόπιμα απέφυγα να τις ονομάσω “υπερφυσικές” γιατί αυτή η λέξη έχει μονάχα λογοτεχνική αξία.

     Η σύγχρονη μαγεία δεν είναι τόσο μια προσπάθεια κυριαρχίας, όπως την όρισε πιο πάνω ο καθηγητής Μπάτλερ, όσο μια προσπάθεια κατανόησης. Η προσπάθεια κυριαρχίας αναφέρεται μονάχα στο πρακτικό ανθρώπινο επίπεδο, κι αυτό είναι κάτι ολότελα διαφορετικό. Όπως και με την επιστήμη, άλλο είναι να λέμε ότι αυτή αποβλέπει στην κυριαρχία και άλλο το να δεχόμαστε ότι κάποιοι τη χρησιμοποιούν για τέτοιους σκοπούς. Εξάλλου, ακόμη και ο πιο ασυνείδητος επιστήμονας, και ο πιο μαύρος αποκρυφιστής, πρέπει να κατανοήσουν πρώτα πριν κυριαρχήσουν, και ακόμη και τότε η εξουσία τους είναι πολύ περιορισμένη. Στη μαγεία, το περισσότερο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι να εξουσιάσει –πέρα από τον εαυτό του, που είναι θεμιτό– και κάποιον ή, το πολύ, ελάχιστους άλλους· σε καμία περίπτωση τη φύση. Εννοείται ότι εδώ αναφέρομαι στις καθαρά μαγικές μεθόδους εξουσίας και όχι στις περιπτώσεις που μια μαγική αδελφότητα μπαίνει στο ευρύτερο παιχνίδι της πολιτικής ή στρατιωτικής εξουσίας.