Η.P. Lovecraft: Ένας σκοτεινός φοίνικας
Γράφει ο Έρικ Σμυρναίος∼«Το πιο σπλαχνικό πράγμα στον κόσμο είναι η ανικανότητά του ανθρώπινου μυαλού να συσχετίσει όλα τα περιεχόμενά του. Ζούμε σ’ ένα ήρεμο νησί άγνοιας στη μέση των μαύρων θαλασσών του απείρου και δεν ήμασταν ποτέ προορισμένοι να ταξιδέψουμε μακριά…»
(“The most merciful thing in the world…is the inability of the human mind to correlate all its contents. We live on a placid island of ignorance in the midst of black seas of infinity, and it was not meant that we should voyage far.”)
Την πατρότητα αυτής της δυσοίωνης διαπίστωσης διεκδικεί o H.P. Lovecraft ο οποίος στην κλασσική-πλέον-νουβέλα του με τον τίτλο «Το Κάλεσμα του Κθούλου» φέρνει μια αμέριμνη ανθρωπότητα αντιμέτωπη μ’ ένα τιτάνιο και πανάρχαιο κακό που φωλιάζει στις ανήλιαγες αβύσσους των γήινων ωκεανών μας.
Στις μέρες μας έχει καταξιωθεί ως ένας από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Οι σκέψεις που εκφράστηκαν μέσα από τα έργα του ασκούν μια αλλόκοτη επιρροή στη γοργά εξελισσόμενη κουλτούρα του δυτικού κόσμου. Η επίδραση των γραπτών του, αντί να παραμένει στατική ή να αποκρυσταλλώνεται στο πέρασμα του χρόνου ως το πολιτισμικό ορόσημο ενός απολιθωμένου παρελθόντος, παραμένει ζωντανή και διαρκώς εντεινόμενη. Θα ’λεγε κανείς ότι τα κείμενά του γράφτηκαν κάτω από την επίδραση μιας αλλόκοτης έμπνευσης και ότι χρησιμοποιήθηκαν ως πύλες μέσα από τις οποίες εισέβαλλαν στον κόσμο μας πληροφορίες από κάπου αλλού. Πληροφορίες οι οποίες αναπαράγονται αδιάκοπα και μεταλλάσουν το μάτριξ του συλλογικού ασυνειδήτου μας, γεμίζοντάς το με γόνιμες διανοητικές συλλήψεις: Κάποιες από τις πιο επιτυχημένες εμπορικά και καλλιτεχνικά ταινίες του φανταστικού κινηματογράφου όπως το The Thing του Κάρπεντερ, το saga των ταινιών Alien και το Ιn the Mouth of Madness έχουν βασιστεί άμεσα ή έμμεσα στις ιδέες του
Lovecraft. Δεκάδες βιβλία προσθέτουν κάθε χρόνο το δικό τους λιθαράκι στην περίτεχνη μυθολογία που εκείνος ξεκίνησε να χτίζει πριν από εκατό σχεδόν χρόνια. Βιντεοπαιχνίδια, μουσικά κομμάτια και εικαστικά δημιουργήματα όπως αυτά που δημιούργησε ο Ελβετός καλλιτέχνης Giger μοιάζουν να υλοποιούν σταδιακά το τρομώδες σύμπαν που επινόησε και το οποίο στοίχειωσε τη σύντομη ζωή του. Πολλά τοπωνύμια που δόθηκαν στην πρόσφατα χαρτογραφημένη επιφάνεια του πλανήτη Πλούτωνα γεννήθηκαν στις σελίδες των διηγημάτων του, ενώ οι αποδεδειγμένες επιστημονικά πλέον τερατώδεις διαστάσεις του σύμπαντος αλλά και των χρονικών διαστημάτων της ύπαρξής αυτού, μοιάζουν να επιβεβαιώνουν με τον πιο εμφατικό τρόπο την τρομώδη κοσμοθεωρία του.
Ποιος ήταν, όμως, πραγματικά, εκείνος ο εκκεντρικός και μοναχικός συγγραφέας που κατάφερε να ασκήσει μια τόσο ουσιαστική επίδραση στην ψυχή της ανθρωπότητας; Και τι ήταν αυτό που τον έκανε να απεικονίζει ξανά και ξανά, με μια εμμονική αφοσίωση, τη διαδικασία της ψυχικής αποσύνθεσης του ανθρώπινου όντος μπροστά στο πρόσωπο ενός κοσμικού τρόμου που γίνεται αντιληπτός ως μια αφόρητη και καταστροφική αλήθεια; Και για ποιο λόγο ολόκληρο το έργο του περιστράφηκε γύρω από μια κοινή πηγή ιδεών, έναν κεντρικό και πολύ μικρό πυρήνα διανοητικών συλλήψεων και σεναρίων που τον έκαναν να αναπτύσσει ξανά και ξανά τις ίδιες απόψεις; Για να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει καταρχήν να σκιαγραφήσουμε το σύμπαν που ξεπηδάει μέσα από το πολυσέλιδο έργο του:
Το λαβκραφτικό σύμπαν είναι απέραντο, αδιάφορο ή και εντελώς εχθρικό προς τον άνθρωπο, και κατοικημένο από τερατώδεις και πανίσχυρες οντότητες που κάποια μέρα θα εισβάλλουν στον κόσμο μας και θα μας αφανίσουν. Απουσιάζει εντελώς κάποιος πανάγαθος θεός, το κακό και το καλό δεν υπάρχουν ως συμπαντικές δυνάμεις και η ανθρωπότητα υφίσταται κατά τύχη, μέχρι τη στιγμή που οι κοσμικές ισορροπίες ανάμεσα σε κάποιες ασύλληπτες νοημοσύνες, οι οποίες αποκαλούνται «Πρεσβύτεροι Θεοί» και «Μεγάλοι Παλαιοί», θα ανατραπούν «όταν τα αστέρια θα βρεθούν στη σωστή θέση». Ένας εξωγήινος πολιτισμός καραδοκεί κάτω από την κρούστα του γνωστού κόσμου, όπως ακριβώς ένας εφιάλτης μπορεί να κρύβεται κάτω από το κρεβάτι ενός μικρού παιδιού μέσα στο σκοτάδι.
Στη μυθολογία του οι «Μεγάλοι Παλαιοί» έφτασαν στη Γη πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια φέρνοντας μαζί τους σκλάβους τους, τα φριχτά “shoggoths,” πρωτοπλασματικά όντα που σταδιακά υπερνίκησαν και κατέστρεψαν τα αφεντικά τους. Όταν εξορίστηκαν από τους Πρεσβύτερους Θεούς, άφησαν πίσω τους τον τρομερό υποθαλάσσιο Κθούλου, μια τιτάνια πολυπλόκαμη οντότητα που κείτεται σε κατάσταση νάρκης μέσα σε μια κρύπτη, στην καρδιά κάποιας αχανούς υποθαλάσσιας πολιτείας και ο οποίος επηρεάζει με τα όνειρά του παραπλανημένα ανθρώπινα πλάσματα που συγχέουν τους Μεγάλους Παλαιούς με θεούς και τους λατρεύουν τυφλά.
Ανάμεσα στα «ιερά» και «απαγορευμένα» βιβλία της Μυθολογίας Κθούλου, τα οποία υποτίθεται ότι χρονολογούν και αφηγούνται την απίστευτα μακροχρόνια ιστορία των Μεγάλων Παλαιών, είναι το θρυλικό πλέον Necronomicon του Άραβα Abdul Alhazred που κυκλοφορεί στις μέρες μας σε πολλές επινοημένες εκδόσεις. Το σύμπαν του Lovecraft κυριαρχείται από μια διαβρωτική αλληπεπίδραση ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο μη ανθρώπινο που έχει μολύνει αυτό που θα έπρεπε να είναι η φυσιολογική ζωή. Δεν υπάρχει καμία λογική και κανένας λόγος εξαιτίας του οποίου συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι απλά κάτι σαν το τυφλό χτύπημα ενός
κεραυνού. Σε μια από τις καλύτερες ιστορίες του «Το Χρώμα από το Διάστημα» (“The Colour Out of Space,”) περιγράφει τη μεταβολή ενός εύφορου τοπίου της Νέας Αγγλίας σε ένα τόπο θανάτου ως αποτέλεσμα μιας πανίσχυρης φαινομενικά ραδιενεργούς και τοξικής δύναμης, η οποία εκπέμπεται από ένα μετεωρίτη που πέφτει στη γη ενός αγρότη και ο οποίος είναι εντελώς μυστηριώδης και θανατηφόρος: «Ήταν απλά και μόνο ένα χρώμα έξω από το διάστημα –ένας τρομαχτικός αγγελιοφόρος από άμορφα βασίλεια του απείρου πέρα από τη φύση όπως την αντιλαμβανόμαστε…» Αλλά η πληγείσα περιοχή είναι μόνιμα επηρεασμένη και όσοι ήρθαν σε επαφή με το παράξενο «χρώμα» υποφέρουν από νευρολογικές και σωματικές βλάβες που θυμίζουν εκείνες που υφίστανται τα θύματα της ραδιενέργειας και του χημικού πολέμου.
Όμως, η απειλή και ο τρόμος της αποσύνθεσης καραδοκούν και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, με τη μορφή της αταβιστικής γνώσης ενός τερατικού μη ανθρώπινου παρελθόντος ασύλληπτης αρχαιότητας που καθιστά την κατάβαση των ηρώων του στα φριχτά βάθη μιας αβυσσαλέας εξελικτικής οπισθοδρόμησης αναπόφευκτη. Πολύ συχνά ο Lovecraft εστιάζει στο εσωτερικό της ανθρώπινης ψυχής. Μας μιλάει για την ασταμάτητη επίθεση ενάντια στο άτομο από υποσυνείδητες δυνάμεις αποσύνθεσης και για την επακόλουθη κατάρρευση της λογικής κάτω από το βάρος του χάους που ξεπηδάει μέσα από την τραγικά διχασμένη φύση της ανθρωπότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι έγραψε τα περισσότερα έργα του κατά τη διάρκεια του τρομερού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η ζωή του, που υπήρξε πολύ δύσκολη και βασανιστική, ίσως να μας προσφέρει κάποιες απαντήσεις ως προς τα ερεθίσματα που τον ώθησαν να αναπτύξει μια τόσο μηδενιστική και απαισιόδοξη οπτική για τον άνθρωπο και τη θέση του στο σύμπαν: O Howard Phillips Lovecraft, (1890-1937) ο οποίος καυχιόταν ότι καταγόταν από «την καθαρόαιμη καλή κοινωνία της Αγγλίας» (“the unmixed English gentry”), ήταν ο μοναδικός γιος ενός άτυχου γάμου ανάμεσα σ’ έναν πλανόδιο πωλητή που εργαζόταν για μια εταιρία που κατασκεύαζε ασημικά στο Providence του Rhode Island της Νέας Αγγλίας και στην κόρη ενός εύπορου επιχειρηματία της ίδιας περιοχής. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σ’ εκείνη την πόλη, εκτός από μια σύντομη και αρκετά απογοητευτική παραμονή στη μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης, η οποία τον ενέπνευσε να γράψει ένα από τα πιο παραληρηματικά και τρομακτικά έργα του, («The horror of Red Hook».) Έζησε πολύ αντίξοα παιδικά και εφηβικά χρόνια, γιατί ο πατέρας του άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας, παράνοιας, μανίας και κατάθλιψης όταν εκείνος ήταν μόλις δύο ετών, όντας θύμα της σύφιλης, ενώ πέθανε τελικά σ’ ένα άσυλο ανιάτων όταν ο μικρός Howard έκλεισε τα επτά του χρόνια.
Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα εντελώς ασταθής συναισθηματικά, βαθιά θρησκόληπτη, αφύσικα αγκιστρωμένη επάνω του αλλά και πολύ επικριτική προς το μοναδικό παιδί της. Ένιωθε μια παθολογική φοβία απέναντι σε κάθε είδους αλλαγή και αντιλαμβανόταν τον κόσμο έξω από το σπίτι της ως ένα ακραία επιθετικό και επικίνδυνο περιβάλλον. Ο S.T. Joshi στο έργο του με τον τίτλο H.P. Lovecraft: A Lifeσυμπεραίνει ότι ο Lovecraft ήταν υπερβολικά επηρεασμένος από τη χήρα και ψυχικά άρρωστη μητέρα του, η οποία ερμήνευε την εμφάνιση του γιου της (ψηλός, αδύνατος, με μακρύ σαγόνι και προγναθισμό και δέρμα με σπυριά) ως μια εικόνα ηθικού εκφυλισμού. Ένας γείτονάς της αναφέρει ότι μιλούσε συνεχώς για το πόσο άσχημος ήταν ο γιος της, σε βαθμό τέτοιο ώστε να τον κάνει να κρύβεται από όλους και να μην περπατάει στους δρόμους, γιατί πίστευε ότι οι άνθρωποι τον κοίταζαν επίμονα. Ενδεχομένως η κυρία Lovecraft να μην γνώριζε ή να μην ήθελε να αποδεχτεί το γεγονός ότι ο πατέρας του γιου της είχε παρουσιάσει τα σημάδια της άνοιας, της παράνοιας και της κατάθλιψης εξαιτίας της σύφιλης και όχι εξαιτίας της υποτιθέμενα ανήθικης προσωπικότητάς του. Επίσης, φαίνεται ότι ταύτιζε σε αφύσικο βαθμό το γιο της με τον άντρα της. Ίσως γι’ αυτό ενθάρρυνε το παιδί της να φοράει τα ρούχα του νεκρού πατέρα του και φυσικά φέρει μεγάλη ευθύνη για τα βαρύτατα ψυχικά τραύματα τα οποία υπέστη και τα οποία τον σημάδεψαν για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του.
Όταν τελικά η μητέρα του κατέληξε σε ίδρυμα και πέθανε, την εποχή που ο Lovecraft ήταν 31 ετών, ήταν η πρώτη φορά που προσπάθησε πραγματικά να απελευθερωθεί από την παρουσία της και να ζήσει μακριά από το κλειστοφοβικό και στενάχωρο κλίμα της οικογενειακής εστίας, κάνοντας κάποια μακρινά ταξίδια και γνωρίζοντας καινούργιους ανθρώπους. Δυστυχώς, η ζωή στάθηκε σκληρή μαζί του ακόμα και όταν μπήκε στο στάδιο της ενηλικίωσης: Ενώ ήταν ένας απίστευτα μορφωμένος και έξυπνος άνθρωπος –αν και αυτοδίδακτος– που γνώριζε σχεδόν άπταιστα λατινικά και ελληνικά και είχε συσσωρεύσει εκτενέστατες γνώσεις που εκτείνονταν από το πεδίο των κλασικών σπουδών μέχρι τους εξωτικούς για την εποχή του κλάδους της αστρονομίας, της νεαρής ακόμα πυρηνικής φυσικής και της κβαντομηχανικής, βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να προσπαθεί να πουλήσει τα συγγραφικά του έργα σε μια αγορά που θεωρούταν πολύ χαμηλού επιπέδου και παραγκωνισμένη από τους εξευγενισμένους συγγραφικούς κύκλους της εποχής του, η οποία του πρόσφερε ελάχιστες ή και καθόλου οικονομικές απολαβές, με αποτέλεσμα στο τέλος να εξαντληθεί ψυχοσωματικά. Το δυσλειτουργικότατο οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανατράφηκε είχε ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του, να πολιορκείται από παράξενα όνειρα και εφιάλτες που είχαν τη δύναμη αποκαλυπτικών οραμάτων και τα οποία θα περιέγραφε στις ιστορίες του ως “night-gaunts”. Πολλές από τις ιστορίες του είναι ανελέητες περιγραφές των ονειρικών εμπειριών του. Το «Όνειρα του Σπιτιού της Μάγισσας» (“The Dreams in the Witch-House” – στη συλλογή “Το Κάλεσμα του Κθούλου, εκδ. Locus-7) είναι μια λεπτομερέστατη περιγραφή της καθόδου μέσα στην παραισθητική τρέλα: Ένας φοιτητής μαθηματικών και λαογραφίας νοικιάζει ένα δωμάτιο όπου κάποτε κατοικούσε μια μάγισσα που είχε δραπετεύσει από τα κυνήγι των Μαγισσών στο Salem το 1692 και στην πορεία καταστρέφεται από δαιμονικές δυνάμεις, καθώς η καρδιά του κυριολεκτικά κατασπαράζεται από ένα είδος γιγαντιαίου αρουραίου. Στο πρώιμο “The Outsider,” ο αφηγητής κινείται σαν σε όνειρο σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο, έως ότου βρίσκεται αντιμέτωπος με την τερατώδη αντανάκλασή του μέσα σε μια «ψυχρή και άκαμπτη επιφάνεια από γυαλί.». Αν και δεν ξέρουμε τίποτα για την τριάντα-ενός ετών σκοτεινή και στενάχωρη ζωή του αφηγητή, ανταποκρινόμαστε ενστικτωδώς σε αυτή την ιστορία ως μια κωδικοποιημένη κραυγή που ξεπηδάει μέσα από την ψυχή του συγγραφέα: «Δυστυχής είναι αυτός του οποίου οι αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας τον κάνουν να νιώθει μονάχα φόβο και θλίψη. Δυστυχής είναι αυτός που κοιτάζει για ολόκληρες μοναχικές ώρες μέσα σε πελώρια και θλιβερά δώματα ατελείωτα ράφια από αρχαία βιβλία.»
Ο ίδιος υπέφερε από μια πληθώρα ψυχοσωματικών ασθενειών που εκδηλώνονταν με τη μορφή τρομερών πονοκεφάλων, εξάντλησης και μιας παθολογικής αποστροφής προς το ψύχος. Στην ηλικία των 18 ετών υπέστη έναν ισχυρότατο νευρικό κλονισμό, τον οποίο φαίνεται ότι δεν ξεπέρασε ποτέ ολότελα με αποτέλεσμα να μην προσπαθήσει ποτέ ν’ αποκτήσει κάποια βιοποριστική δεξιότητα. Έβγαζε με το ζόρι τα καθημερινά του έξοδα με το να επιμελείται τα έργα άλλων, συνήθως εντελώς ατάλαντων συγγραφέων, και με το να γράφει περιστασιακά στο όνομα άλλων π.χ. του Harry Houdini. Πουλούσε τα έργα του πολύ φτηνά, προς ένα cent τη λέξη, ανεξάρτητα από την ποιότητά τους, στο pulp περιοδικό Weird Tales, το οποίο ξεκίνησε να εκδίδεται το 1923 και κατάφερε να επιβιώσει για 31 χρόνια. Ποτέ δεν είδε τα έργα του δημοσιευμένα σε μορφή βιβλίου όσο ήταν ζωντανός. Επιπρόσθετα, ο μοναδικός γάμος του υπήρξε σύντομος και καταστροφικός και δεν οδήγησε στη δημιουργία απογόνων, ενώ τελικά πέθανε πολύ πριν της ώρας του, στην ηλικία των σαράντα έξι ετών από καρκίνο, έχοντας κακοποιήσει το σώμα του μέσω της υπερκόπωσης και της πολύ κακής διατροφής.
Σε γενικές γραμμές έζησε μια ζωή αποκομμένος από την καθημερινότητα της εποχής του. Όπως δήλωσε ο ίδιος σ’ ένα γράμμα που έγραψε το 1926 «Είμαι εκ φύσεως πιο αποκομμένος από την ανθρωπότητα από ό,τι ο ίδιος ο Nathaniel Hawthorne που ζούσε μόνος μέσα στα πλήθη… Οι άνθρωποι που κατοικούν σε έναν τόπο δεν έχουν καμία απολύτως σημασία για μένα, εκτός ίσως από την ιδιότητά τους ως δομικά στοιχεία του γενικότερου τοπίου και της θέας… Η ζωή μου δεν βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά ανάμεσα σε περιβάλλοντα, οι προτιμήσεις μου δεν σχετίζονται με πρόσωπα αλλά με τοπογραφίες και αρχιτεκτονικές… Είναι η Νέα Αγγλία που πρέπει να έχω με κάποιο τρόπο. Το Providence είναι κομμάτι μου, Είμαι το Providence…»
Σε κάποιο άλλο γράμμα του που έγραψε το 1921 δηλώνει τα εξής: «Δεν θα μπορούσα να γράψω για ‘φυσιολογικούς’ ανθρώπους γιατί δεν με ενδιαφέρουν καθόλου. Χωρίς ενδιαφέρον δεν μπορεί να υπάρξει τέχνη. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους δεν μου προκαλούν το ενδιαφέρον. Είναι οι σχέσεις των ανθρώπων με το σύμπαν –με το άγνωστο– μονάχα που ξυπνάνε μέσα μου τη σπίθα της δημιουργικής φαντασίας. Η ανθρωποκεντρική οπτική μου είναι εντελώς αδιανόητη γιατί δεν μπορώ να αποκτήσω την πρωτόγονη μυωπία που μεγιστοποιεί τη Γη και αγνοεί το υπόβαθρο.» Αν πιστέψουμε στα δικά του λόγια, από την ηλικία των δεκατριών ετών ήταν πεπεισμένος για την προσωρινότητα και την ασημαντότητα του ανθρώπου, ενώ στην ηλικία των δεκαεπτά, έχοντας μελετήσει αστρονομία, είχε εντυπωσιαστεί από την ματαιότητα ολόκληρης της ύπαρξης. Ένιωθε μάλιστα πολύ περήφανος για την ισόβια αθεΐα του και αντιλαμβανόταν τη μυθολογία που είχε δημιουργήσει ως μια ειρωνική αντιστροφή της παραδοσιακής θρησκευτικής πίστης.
![]() |
| O Έρικ Σμυρναίος είναι συγγραφέας του βιβλίου φαντασίας κωμικού τρόμου “Κθούλου Φτουνγκ!” (εκδόσεις Άλλωστε) Άλλα βιβλία του Ερικ Σμυρναίου θα βρείτε στο www.alloste.gr |
Βιβλιογραφία: 1) Γιώργος Μπαλάνος «Η Σκιά του Κθούλου» Εκδόσεις Locus-7 2) http://www.denofgeek.com/movies/18189/hp-lovecraft-and-his-lasting-impact-on-cinema#ixzz4NSnqhzw2 3) http://www.hplovecraft.com/study/bios/hplalife.aspx
